Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΡΕΤΣΙΝΙ, Δήμητρα Γ.



   Απόψε με τη νύχτα θα πας να παραδοθείς. Θα πιάσεις το μπουραντά και θα του τα ‘μολογήσεις όλα, τίποτε δε θα κρύψεις. Έτσι γίνονται οι σωστές δουλειές, τη νύχτα. Κι ας σε περάσουνε από σκοινί ένα πρωί με την αυγή. Χαλάλι.
   Εσύ νύχτα έζησες τη ζωή σου ολάκερη. Νύχτα σ’ έβγανε η βάρκα στην Απάνω Σκάλα απ’ το Τσανάκαλε, μωρό-παιδί. Νύχτα βγήκες στο παραγάδι με του μπαρμπα-Θόδωρα το καΐκι. Κι αργότερα, νύχτα τράβηξες για το κοντραμπάντο με τους Τούρκους.
   Μια νύχτα καλοκαιρινή ήτανε και τότε που πρωτόδες το παιδί. Σου πούλησε σπίρτα και σου άναψε φωτιά. Τον επήρες τρία χρόνια προστασία. Κι ό,τι έβγαινε απ’ τα νταλαβέρια μες σε πανέρι του τα πήγαινες, στην μπαραγκούλα του κάτω απ’ το κάστρο. Ήνταν ορφανό.
   Έτσι θα γίνει, τ’ αποφάσισες, καθώς αντίκρισες τη μάνα του Τάσου σήμερα πρωί. Ήρθε απ’ τον καφενέ, μαύρη. Έκατσε σε μια γωνιά, σε ρώτησε: «Μην είδες τον Τάσο μου; Έχει δυο μέρες να φανεί και δεν το συνηθίζει.» Την εκέρασες καφέ, δεν αποκρίθηκες. Ο Τανάλιας μέσα απ’ τη γαριασμένη του ποδιά, μίλησε: «Μη νοιάζεσαι κυρά-Μαρίνα. Θα βγήκε με τη βάρκα προχτές. Μπορεί να τους επήρανε στο κατόπι τίποτα μπασκίνες και να κρύβεται. Όπου να ‘ναι θα φανεί».
   Αλλά το μάτι του σε κάρφωσε όλο υποψία. Ο Τανάλιας ο καφετζής είναι πολυλογάς, το ‘χει το ‘σνάφι του. Βαστάει σεντούκι μαζεμένα όλα τα άπλυτα της πόλης, μα ξέρει να φυλάει το κλειδί. Τις νύχτες που θερίζει το μπουγάζι και παρασέρνει το μοιρολόι κανενός φυλακισμένου απ’ το κάστρο, κατρακυλάνε οι φαντάροι την πλαγιά. Άλλοι για τα σπίτια με τις προσφυγίνες κι άλλοι για τον τεκέ του, να ζεσταθούν με το κορμί ή το ρακί. Κι είναι φορές που τρεκλίζουν δυο-δυο και χώνονται στις σκιές των πεύκων. Ο Τανάλιας όλα τα βλέπει. Πετάει καμιά κουβέντα όπου νογάει, για το καλαμπούρι πιο πολύ.
   Εσένα σου το ‘χε πει ο μπαρμπα-Θόδωρας ο σχωρεμένος, πως τα πευκατσίγκανα έχουν μια γλύκα που ‘ναι καλύτερη κι από σελτέ. Μα να ‘χεις το νου σου. Σαν ξαπλώσεις πάνω τους δε θα σηκωθείς δίχως να σε τρυπήσει βελόνι, μήτε αλέκιαστος απ’ το ρετσίνι. Δεν τον άκουσες. Κανα-δυό φορές, μες το θόλωμα απ’ το χασίσι κι απ’ το ρακί το τράβηξες το παιδί πίσω απ’ τα τσάμια. Έτσι όπως είναι άτριχο κι όμορφο σα θηλυκό, πώς να τ’ αντέξεις. Κι έχει δυο μάτια πρόθυμα, όλο ευγνωμοσύνη. Μα κι εσύ πάνω απ’ όλα το νοιαζόσουνα και το φρόντιζες. Έτσι δεν είχε κι ο πασάς το γιουσουφάκι του; Σου το ‘πανε, για δε το θυμάσαι; Λίγο έχει σημασία.
   Ο Τάσος το ‘ξερε πως τ’ αγαπούσες σαν κορίτσι το παιδί. Μα αυτό δεν τον εμπόδισε να την κάμει την ατιμία. Προχτές κίνησες για τη μπαράγκα με μαρίδα φρεσκοψαρεμένη. Τον είδες απ’ τη χαραματιά της πόρτας που το ζόριζε το παιδί πάνω στ’ αχερένιο στρώμα. Περίμενες να τελειώσει τη δουλειά. Δώδεκα χρόνια σύντροφοι στο μελτέμι και τη φουρτούνα και να πως σ’ ευχαρίστησε ο κουτσαβάκης. Τώρα το χέρι το δεξί που σου ‘δωκε όταν ορκίστηκε φιλία, το τρώνε τα σκυλόψαρα. Μες σε φυκιάδα σημαδεμένη θα τον εβρούνε τον υπόλοιπο, να τον εδώσουνε στη μάνα του, να τον εθάψει.
   Έτσι θα γίνει, τ’ αποφάσισες. Κι έχεις το νου σου καθαρό γιατί έκαμες το σωστό. Όλα θα τα πεις, να τα γράψουν οι καλαμαράδες. Για τη ζωή μες τις σκιές, κάτω απ’ τα τσάμια του κάστρου. Και για όσα γίνονται τη νύχτα που οι νοικοκυραίοι κι οι αρχόντοι της πόλης σφαλούνε τα πορτοπαράθυρα. Μη και τρυπώσει και τους μεθύσει η μυρωδιά απ’ το ρετσίνι.



* Τα ονόματα των πρωταγωνιστών είναι φανταστικά. Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά περιστατικά που έλαβαν χώρα στην περιοχή του κάστρου της Μυτιλήνης γύρω στα 1950.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου