Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

ΕΓΩ ΚΑΙ ΑΥΤΗ, Χριστίνα Κ.



   Είναι αυτό. Έγινα φωτογράφος γιατί δεν τα πήγαινα καλά με τις λέξεις και έμοιαζα ουδέτερος χωρίς αυτές. Στους άλλους. Όχι ότι κυνηγάω το κλικ το μεγάλο, το πανανθρώπινο, μ’ αρέσουν μικρά πράγματα που συνήθως το μάτι τα προσπερνά στη ρουτίνα του.
   Και κείνη τη μέρα, κάτι τέτοιο έκανα στο κάστρο. Λιακάδα, απογευματάκι, που έχει το καλό το φως και το μνημείο – σύμβολο της πόλης που δεν πατάει κανείς πια, εκτός και αν είναι σε εκπαιδευτική εκδρομή ή έχει έρθει για διακοπές, κάποιος βαρετός συγγενής που τον στέλνεις εκεί για να τον ξεφορτωθείς για μερικές ώρες.

   Είχα τραβήξει μερικές καλές φωτογραφίες, ειδικά μέσα στις κρύπτες έτσι όπως έμπαινε το φως από τα μικρά ανοίγματα και άρχισα να κατηφορίζω προς τον Οθωμανικό Τεκέ. Εκεί την είδα. Στεκόμασταν και οι δύο έξω από το παλιό – καινούριο  κτήριο και κοιτούσαμε μέσα από τα αντικρυστά παράθυρα. Έτσι όπως την είδα με τη μαντίλα της, να κοιτάζει μέσα, μου έμοιαζε τόσο ταιριαστή με την εικόνα, σαν να έμενε εκεί ή σαν να ήταν δικός της ο Τεκές. Σήκωσα τη μηχανή και κλικ.
   Όταν άκουσε τον ήχο γύρισε, με αγριοκοίταξε και άρχισε να μου μιλάει θυμωμένα σε μια γλώσσα που δεν γνώριζα. Προσπάθησα να την πλησιάσω, κάνοντας το γύρο του κτηρίου, για να της δείξω την φωτογραφία της -που ήταν πολύ καλή-, για να χαρεί, να τη ρωτήσω άμα ήθελε να της την δώσω με κάποιο τρόπο ή να την σβήσω. Αλλά αυτή με απέφευγε μου πέταξε κάτι, σίγουρα απαξιωτικά, αλλά ακατανόητα λόγια και έφυγε ανηφορίζοντας, με σκυμμένο το κεφάλι. «Κομπλεξική» σκέφτηκα, και ξανασήκωσα τη φωτογραφική, για να της ανταποδώσω με αυτόν τον τρόπο τα άδικα μπινελίκια που μόλις είχα εισπράξει, αλλά ένιωσα άσχημα για τη εκδικητική μικροπρέπεια μου και δεν τράβηξα άλλη φωτογραφία.
   Για μέρες σκεφτόμουν τί μπορεί να την είχε πειράξει τόσο. Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Συνήθως οι άνθρωποι κολακεύονταν όταν βρίσκονται στο φακό. Ειδικά σε τέτοιες αδιάφορες στιγμές, που δεν κάνουν κάτι ξεχωριστό και δεν υποφέρουν, που απλώς υπάρχουν, αισθάνονται όμορφοι και ιδιαίτεροι. Μετά σου μιλάνε, σε ρωτάνε από πού είσαι και σου λένε τις ιστορίες τους.
   Έτσι άρχισα να σκέφτομαι εγώ την ιστορία που δε μου είπε. Μπορεί να είχε σιχαθεί τους φωτογράφους, από τη στιγμή που κατέβηκε από τη βάρκα και τους βρήκε σε παράταξη απέναντι της, να σπρώχνονται για μια φωτογραφία αντί να της δώσουν το χέρι να βγει από το νερό. Μπορεί να ήταν από οικογένεια αυστηρή, που δεν επιτρέπει στις γυναίκες να κυκλοφορούν μόνες τους και η φωτογραφία αυτή να ήταν απόδειξη κάποιας αμαρτίας. Ή μπορεί απλώς να θύμωσε, που ακόμα μια φορά κανείς δεν τη ρώτησε γι’ αυτό που θα της κάνει.
   Και αν εγώ που έγινα φωτογράφος γιατί-δεν-τα-πάω-καλά-με-τις-λέξεις, κάθομαι και γράφω ιστορίες, είναι γιατί η ρομαντική φωτογραφία με τη νεαρή μουσουλμάνα στο κάστρο -που πήρε πολλούς επαίνους- δεν είναι αυτό που φαίνεται. Είναι μια μικρή κλοπή, ανάμεσα σε άλλες, μεγαλύτερες. Όμως αυτό το ξέρω μόνο εγώ και αυτή.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου