Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

ΑΠΟΨΗ ΚΑΣΤΡΟΥ, 2018 μ.Χ, Χρήστος Μ.

στη Μαρουσώ Α.

   Η βορεινή πλευρά του κάστρου είχε ήδη καταρρεύσει από την παιδική μου ηλικία. Μέσα στα χρόνια, σήκωσα στη θέση των τειχών μία κατασκευή από ξύλα, πέτρες και λάσπη. Όταν μένω σιωπηλός στην κουζίνα ή όταν σκύβω επάνω από τα βιβλία, νιώθω τον αέρα να περνά μέσα από τις ρωγμές και να μου παγώνει την πλάτη.

   Μου είναι δύσκολο να υπερασπιστώ το κάστρο. Ένας άνθρωπος είναι αρκετός, όμως εγώ είμαι πάντα μισός, ίσως και λιγότερος. Στις πύλες καρφώνονται βέλη, οι αποθήκες καίγονται, τα κτίρια ρημάζουν, το ένα λάβαρο πέφτει, άλλο υψώνεται. Οι επιθέσεις με βρίσκουν απροετοίμαστο και μου συνθλίβουν το στήθος. 
   Κάθε κατακτητής αφήσε τα σημάδια του στο κάστρο. Τα αναγνωρίζω στον τρόπο που προφέρω τα σύμφωνα, στις χειρονομίες, στο πώς στρίβω τσιγάρο. Όπως ξεθωριάζει σιγά-σιγά η επιγραφή πάνω στο μάρμαρο της στέρνας, έτσι ξεχνάω σταδιακά τον πρότερο εαυτό μου.
   Μικρότερος ανέβαινα στον πύργο με το ρολόι. Τις καλές μέρες διέκρινα στον ορίζοντα τα πανιά των πλοίων και τα ακολουθούσα με τα δάχτυλα. Ονειρευόμουν μετακινήσεις στρατών. Θυμάμαι μια μέρα –όχι πολύ μακρινή από τώρα που γράφω- σωριάστηκα σε μια καρέκλα κι έκρυψα με την παλάμη μου το πρόσωπο. Εκείνη τη μέρα, ο πύργος γκρεμίστηκε στη θάλασσα.
   Όλα τα κάστρα καταρρέουν. Μερικά πιο αργά, το δικό μου πιο γρήγορα. Ίσως φταίει το σαθρό έδαφος, η κακή μηχανική, η αδιαφορία μου. Συνηθίζω να καρφώνω ένα κοντάρι εκεί που ήταν χτισμένο ένα αρχοντικό, μια εκκλησία. Λέω μέσα μου «Θα το ξαναχτίσεις», όμως μετράω τη σκιά μου και τη βρίσκω λειψή. Αφήνω το παγωμένο νερό στα χέρια να κυλάει στα χέρια μου, την ώρα που πλένω τα πιάτα.
   Όταν έχει πανσέληνο –αν είμαι τυχερός-  γυαλίζουν λίγα ασημένια νομίσματα μέσα στα χαλάσματα. Τα μαζεύω και τα φυλάω• με αυτά υπολογίζω να βγάλω τα χρόνια που έρχονται.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου