Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

ΑΛΛΟΚΑΙΡΙΑ, Δάφνη Μ.

  


   Όπως κάθε μέρα, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, κίνησε για την απογευματινή του βόλτα. Την ίδια ώρα ακριβώς, στις τρεις παρά τέταρτο, έχοντας στόχο στις τέσσερις να έχει παραγγείλει τον απογευματινό καφέ του. Στο αγαπημένο του στέκι της προκυμαίας μπορούσε εκείνη την ώρα να βρει την ησυχία του και να καταγράψει τις μύχιες σκέψεις και παρατηρήσεις του από την εκάστοτε περιπατητική του εμπειρία. Δεν είχε σκοπό να ταξιδέψει ξανά, δεν ήθελε να πάει πουθενά αλλού. Ο μικρόκοσμός του ήταν ανεξάντλητος και αρκετός για να διεγείρει τη φαντασία του. Μέσα από τις ίδιες φαινομενικά εικόνες βίωνε διαφορετικά σύμπαντα. Του άρεσε να παρατηρεί τις ανεπαίσθητες αλλαγές του ίδιου τοπίου από μέρα σε μέρα, από εποχή σε εποχή. Η παρατηρητική του ικανότητα είχε αυξηθεί και μπορούσε πια να διακρίνει πως η φύση κάθε μέρα αλλάζει, τα χρώματα δεν είναι ποτέ ίδια και πόσο η αίσθηση του περιβάλλοντος εξαρτάται άμεσα από την προσωπική διάθεση.
   Βγήκε από το σπίτι, αφού τυλίχτηκε γερά με το παλτό του. Κοντοστάθηκε όμως, καθώς το κρύο περόνιαζε το είναι του και θαρρείς εισέβαλλε από παντού, μέχρι και από τις κουμπότρυπες του παλτού του. Αν και καθόλου δεν του άρεσε να βγαίνει από το πρόγραμμά του, έστω και για δύο λεπτά, γύρισε πίσω να πάρει το κασκόλ και το σκουφί του. Η εμμονή με το χρόνο και την αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων που έθετε, στοίχειωναν την ύπαρξή του.
   «Ας είναι, δε βαριέσαι, ούτως ή άλλως έχει μέρες να συμβεί, δικαιούμαι μία μικρή καθυστέρηση».
   Σε τέσσερα λεπτά ήταν πάλι έξω στο δρόμο, έτοιμος για αναχώρηση και οπλισμένος με τα χειμωνιάτικα αξεσουάρ του. Ξεκίνησε την πορεία του σκεφτικός, καθώς το κρύο ήταν αδικαιολόγητα τσουχτερό για την εποχή. Βγαίνοντας από την οδό Ερμού ξαφνιάστηκε αντικρίζοντας ένα τσούρμο παιδιά να τρέχουν πάνω στα ποδήλατά τους φορώντας κοντομάνικα μπλουζάκια. «Καλά τα άτιμα! Δεν ξεπαγιάζουν; Έτσι ήμουνα κι εγώ μικρός; Ούτε που θυμάμαι». Μα δεν ήταν αυτό το μόνο θέαμα που τον έκανε να αισθανθεί περίεργα. Στο βάθος του οπτικού του πεδίου, τα απομεινάρια του αρχαίου λιμένα φωτίζονταν από έναν λαμπερό ήλιο και η θάλασσα γύρω τους στραφτάλιζε.
   «Μα πώς άλλαξε έτσι ο καιρός; Έχω χάσει τις μέρες; Τί μου έχει συμβεί;».
   Συνέχισε να περπατά μα το κρύο γινόταν αφόρητο, ενώ μια σκοτεινιά τον σκέπαζε. Σαν ένα μαύρο σύννεφο να τον ακολουθούσε, σαν να τον είχε τυλίξει, μόνο αυτόν, ένα κύμα κρύου και καταχνιάς, ενώ γύρω του ο κόσμος φορούσε τα καλοκαιρινά του και λαμποκοπούσε. Προχώρησε στην είσοδο του Κάτω Κάστρου, γύρισε προς τα πίσω και κοντοστάθηκε να δει τη θέα της Επάνω Σκάλας. Κοίταξε το ρολόι του και συνοφρυώθηκε. Είχε καθυστερήσει πέντε ολόκληρα λεπτά. Συνέχισε τη διαδρομή του επιταχύνοντας το βήμα του. Πέρασε το οθωμανικό χαμάμ με τον πολύχρωμο τρούλο και για άλλη μια φορά σκέφτηκε πως αν τα μνημεία είχαν φωνή θα γελούσαν με τις επιλογές των ανθρώπων.
   Συνέχισε το δρόμο του ανηφορίζοντας προς το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γαλατούσας, όπου κάθε μέρα εδώ και δεκαπέντε χρόνια άναβε ένα κερί. Ύστερα κάθισε στο εξωτερικό παγκάκι και κάπνισε ένα τσιγάρο, κάνοντας το πρώτο διάλειμμα της βόλτας. Εκείνη ήταν η πρώτη στιγμή που οι σκέψεις του ταξίδευαν και συνδυάζονταν με το παρελθόν και τις προβολές στο μέλλον. Από εκεί μπορούσε να δει τη γειτονιά που μεγάλωσε και να παρατηρήσει καλύτερα τις αλλαγές του τοπίου. Μα σήμερα συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο, η πραγματικότητα φαινόταν τελείως ξέχωρη από την ύπαρξή του. Εκτός από μόνος ήταν και εκτός εποχής. Η φύση οργίαζε, τα χρώματα των λουλουδιών και των φυτών ήταν σε τέλεια αρμονία, μα αυτός εξακολουθούσε να κρυώνει και να νιώθει την σκοτεινιά να τον πλακώνει. Όχι, τούτη τη μέρα ούτε το τσιγάρο του δεν μπορούσε να απολαύσει, ούτε τη θέα που ποτέ δεν ένιωσε να τη βαριέται. Ακόμη και η εικόνα της Παναγίας, που κάθε μέρα ήταν ίδια κι απαράλλαχτη, σήμερα θαρρείς του χαμογελούσε ειρωνικά.
   «Μα τί μου συμβαίνει; Ο κόσμος γύρω μου αλλάζει κι εγώ μένω ίδιος; Αφού μέχρι τώρα τα κατάφερνα μια χαρά, να μπορώ να υπάρχω και να παρατηρώ χωρίς να νιώθω ξένο σώμα».
   Αποφάσισε να συνεχίσει τη διαδρομή του, δεν είχε άλλωστε άλλο τρόπο να αντιληφθεί τί συμβαίνει. Προχώρησε στο χωμάτινο δρομάκι, μέσα στα χορτάρια και τα λουλούδια, ένιωθε πως ο κόσμος γύρω του μύριζε διαφορετικά από τη μυρωδιά που εδώ και ώρα είχε κολλήσει στη μύτη του, μούχλα και υγρασία. Δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να περπατά, αλλά το βήμα του άρχισε να βαραίνει. Τα πόδια του κολλούσαν στη λάσπη, αν και λάσπη υπήρχε μόνο στα σημεία που κάθε φορά πατούσε, ενώ όλα γύρω φαίνονταν στεγνά και ξηρά. Μέλισσες και άλλα ζωύφια πετούσαν τριγύρω και αν δεν τον είχε τυλίξει αυτό το πυκνό σύννεφο θα μπορούσε ίσως να ακούσει τα ζουζουνίσματά τους. Οι αισθήσεις του είχαν αλλοιωθεί ή τουλάχιστον είχαν τελείως αποκοπεί από όσα συνέβαιναν γύρω του. Προσπάθησε να ταχύνει το βήμα του, γιατί κοίταξε ξανά την ώρα και είχε πια ξεφύγει αρκετά από το χρονοδιάγραμμά του. Συνέχισε με βήμα βαρύ, σέρνοντας το σαρκίο του. Όταν έφτασε στο σημείο που απότομα κατηφορίζει για να βγει στην άσφαλτο, θυμήθηκε που παλιά ο δρόμος περνούσε μέσα από τα χαλάσματα του κάστρου. Κατηφόρισε και μετά από λίγα λεπτά βρισκόταν στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Συνέχισε τη διαδρομή του με βήμα ταχύτερο. Σήμερα, μετά από τόση καθυστέρηση δεν θα κατέβαινε στην πλαγιά. Φοβόταν μην κολλήσει πάλι στις λάσπες και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ήταν και κάποιας ηλικίας, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν σιγά – σιγά.
   «Δε βαριέσαι, ας είναι, ούτως ή άλλως σήμερα η μέρα είναι αλλοπρόσαλλη».
Συνάντησε τα αδέσποτα σκυλιά του κάστρου που πάντα τον πλησίαζαν κουνώντας χαρούμενα τις ουρές τους. Σήμερα όμως γαύγιζαν και αυτός δεν μπορούσε να τα ακούσει, προχωρούσε και τον ακολουθούσαν, μπορούσε να δει τα στόματά τους να ανοιγοκλείνουν με λύσσα ενώ έτρεχαν προς το μέρος του να τον αρπάξουν. Τον διαπέρασε ένα έντονο ρίγος. Άρχισε να τρέχει με φόρα ώσπου τα σκυλιά σταμάτησαν να τρέχουν ξοπίσω του. Τότε κάθισε ξέπνοος στο πέτρινο πεζούλι, εκεί που καθημερινά άναβε το δεύτερο τσιγάρο της βόλτας του. Δεν είχε καθόλου όρεξη να καπνίσει, τα χέρια του άρχισαν να ιδρώνουν, όπως του συνέβαινε όλες τις φορές που αγχωνόταν.
   «Μα πώς γίνεται να ιδρώνω ενώ τρέμω από το κρύο;»
Σηκώθηκε και περπάτησε με κόπο. Έφτασε στην παραλία της Φυκιότρυπας και κοίταξε προς τα κάτω. Πολύς κόσμος, άλλοι λιάζονταν κάτω από τον ολόκαυτο ήλιο, άλλοι απολάμβαναν το μπάνιο τους, κάποιοι ακόμη κάνανε πικνίκ φορώντας τα μαγιό τους δίπλα σε ένα ασπροκόκκινο καρό τραπεζομάντιλο. «Μα αυτοί δεν φαίνεται να είναι χειμερινοί κολυμβητές», σκέφτηκε, ενώ το σώμα του εξακολουθούσε να νιώθει την εισβολή του κρύου. Συνέχισε, γεμάτος απορία να δει τί συνέβαινε παρακάτω, όπου μαζεύονταν παραδοσιακά οι χειμερινοί. Ποδήλατα, μηχανάκια, αυτοκίνητα παρκαρισμένα.
   «Μα δεν είναι δυνατόν. Άραγε αυτοί μπορούν να με δουν;»
Κοντοστάθηκε πάνω από το πεζούλι, άρχισε να φωνάζει και να κουνά τα χέρια του. Κανένας, όμως, από τους λουόμενους δεν αντέδρασε στο βίαιο και απελπισμένο του κάλεσμα. Πέρα από το ότι ένιωθε να γίνεται ρεζίλι, είχε μια έντονη αίσθηση πως κάποιος τον περιπαίζει. Άρχισε να τρέχει ξανά με κατεύθυνση την πόλη. Τα χέρια και τα πόδια του είχαν παγώσει, σχεδόν δεν τα ένιωθε. Σταμάτησε το τρέξιμο και πιάστηκε από τα κάγκελα δίπλα στο δρόμο. Χρειαζόταν να μιλήσει με κάποιον. Έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε το νούμερο του γραφείου του, θα πετύχαινε το άτομο της απογευματινής βάρδιας. Μία αυτόματη φωνή, όμως, τον ειδοποίησε πως ο αριθμός αυτός δεν χρησιμοποιείται.
   Δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι. Για πρώτη φορά πισωγύρισε, αποφάσισε να αλλάξει πορεία. Αντί να πάει προς την πόλη για να πιει τον καφέ που κάθε μέρα τόσο λαχταρούσε, κατευθύνθηκε πάλι προς τους χειμερινούς κολυμβητές. Κάτι αδιόρατο τον μαγνήτιζε. Έπρεπε να βγει από αυτή την αλλόκοτη αίσθηση του κόσμου. Προσπέρασε τα σκαλιά στα δεξιά του και σκαρφάλωσε στο βράχο που οδηγούσε στην πίσω μεριά της μικρής τσιμεντένιας παραλίας. Κοίταξε για τελευταία φορά το ηλιόλουστο τοπίο και, τουρτουρίζοντας ακόμη από το κρύο, έβγαλε το παλτό του. Προχώρησε ήσυχα, με βήμα αργό, πέρα από την άκρη του βράχου, λύνοντας μια για πάντα το μυστήριο της εποχής του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου