Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Η ΒΟΛΤΑ, Γιάννης Π.


 Υπάρχει ένας τρόπος να κοιτάξεις χωρίς να μιλήσεις και να μην περισσέψει τίποτα. Κι ακόμα ένας που διαχωρίζει το καθημερινό από τη συνήθεια. Αρκεί να στο επιτρέψει ο άλλος και σε αυτό, ας μην κρύβομαι, είμαι τυχερή· μου επιτρέπεται.
   Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο. Ερμού, Σημαντήρη, ένας γύρος στο πάρκο του Αγίου Ευδόκιμου, Λεσβώνακτος, πάρκο του ΙΚΑ, ταβέρνες και πίσω.
   Η αγαπημένη μας διαδρομή όμως είναι αυτή της Κυριακής. Ένας μεγάλος κύκλος γύρω από το κάστρο. Σ’ εμένα αρέσει να περπατάω, σ’ αυτόν να κολυμπάει. Ποτέ δεν τα βρίσκουμε. Εκεί που περπατάμε, απροειδοποίητα, λες και το έχουμε συζητήσει χιλιάδες φορές, λες κι είναι αυτονόητο, φεύγει. Κατεβαίνει τα σκαλιά στ’ Απελί και ρίχνεται στη θάλασσα.

   Πάντα κάποιος υποχωρεί περιμένοντας τον άλλον, και τις περισσότερες φορές είμαι εγώ αυτή που περιμένει. Ως γνωστόν πάντα κερδίζει ο πιο επίμονος και χάνει αυτός που δεν μπορεί να χαλάσει χατίρι. Κι εγώ, για να μη νιώσω ριγμένη, βαφτίζω την υποχώρηση στοργή και συνεχίζω χωρίς να πω κουβέντα.
Όσο για τ’ Απελί και τις προτιμήσεις του άλλη κουβέντα κι αυτή. Εμένα ποτέ δε μου άρεσε. Οι κλίκες που κολυμπούν εκεί, χειμώνα – καλοκαίρι, είναι του κουτσομπολιού. Συντηρητικοί, οι περισσότεροι, συμπεριφέρονται λες και ο χώρος ανήκει μόνο σε αυτούς και τα λόγια τους.
   Δεν τον συμπάθησαν από την πρώτη φορά που κατέβηκε να κολυμπήσει. Έβλεπα από ψηλά πώς στράβωναν τα μούτρα τους. Μετά τον συνήθισαν. Τον χαιρετούσαν – χαιρετούσε κι αυτός. Συντήρηση σημαίνει ακριβώς αυτό: Να συνομιλείς μόνο με ό,τι έχεις συνηθίσει.
   Εγώ προτιμάω τα Μπλόκια, αλλά αυτός δε θέλει, γιατί δεν έχουν, λέει, ακτή. Μόνο τσιμέντο και αναγκαστική βουτιά στα άπατα. Κερδίζω, έτσι, λόγω γούστου, έναν πόντο στο θάρρος.
   Μόλις συγχρονιστούμε ξανά, πηγαίνουμε στο μικρό δασάκι, στα μονοπάτια που σκαρφαλώνουν το κάστρο. Εκεί που τ’ απογεύματα κυκλοφορούν άνθρωποι με τα σκυλιά τους και τα βράδια των καλοκαιριών όλη η πιτσιρικαρία της πόλης με τα μηχανάκια τους.
   Κι ό,τι κι αν γίνει η βόλτα μας θα περάσει από το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη. Στη βορινή πλευρά, λίγο πριν το ανάχωμα, πριν τα τείχη που έπεσαν, μετά από εικοσιτρία σκαλοπάτια αριστερά του δρόμου.
   Εντάξει, δε λέω, έχουμε και τις έντονες στιγμές μας. Μια μέρα, φερειπείν, που δεν άντεχα άλλο να είναι στον κόσμο του, κι αφού τα στραβά μου μούτρα έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις που δεν έβρισκα, του έχωσα ένα μπινελίκι και γύρισα αντίθετα να φύγω. Πηγαίναμε προς το γήπεδο κι αυτός βγήκε στην Καβέτσου κι άρχισε να την τρέχει ανάποδα φωνάζοντάς μου ότι δε γίνεται να τον παρατάω έτσι κι άλλα τέτοια. Όλοι οι οδηγοί κόρναραν κι εγώ ντράπηκα κι έκανα ότι δεν τον ήξερα, ακόμη κι όταν ήρθε δίπλα μου.
   Τις προάλλες χρειάστηκε να λείψω για δύο μέρες. Έφυγα μόνη μου. Γύρισα κι όλα ήταν διαφορετικά. Μία στις δέκα χιλιάδες μου είπε η γιατρός. Μια εβδομάδα τώρα περιμένω. Χθες κοιμηθήκαμε μαζί έξω στην αυλή. Του το είχα υποσχεθεί.
   Δεν άναψαν τα φώτα του δρόμου κι η νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια. Κανένα δεν έπεσε, κι όπως όλα έμεναν καρφωμένα κι ακίνητα σκέφτηκα πρώτα ένα μέλλον χωρίς ευχές κι ύστερα ευχές δίχως μέλλον, μέχρι που με πήρε ο ύπνος.
   Πριν λίγο ήρθε ο Αντρέας. Έβγαλε ένα βαλιτσάκι κι ετοίμασε μια ένεση. «Δεν θα πονέσει» μου είπε. «Θα κοιμηθεί και θα συμβεί στον ύπνο του».
   Σήκωσα τα χείλη του κι είδα όλο το χρώμα να φεύγει απ’ τα ούλα του. Άσπρισαν κι άδειασε η καρδιά μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια κι όλα λιγόστεψαν. Μου γάβγισε, ξάπλωσε στα τέσσερα πόδια του και πέθανε.γ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου